υαλουργείο(ν)

υαλουργείο(ν)
το стекольный завод

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "υαλουργείο(ν)" в других словарях:

  • υαλουργείο — υαλουργείο, το και υελουργείο, το εργαστήριο ή εργοστάσιο κατασκευής γυαλιού ή γυάλινων ειδών, εργαστήριο υαλουργού, υαλοποιείο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • υαλουργείο — το / ὑαλουργεῑον, ΝΜΑ, και ὑελουργεῑον και ὑαλούργιον Α [υαλουργός] εργαστήριο ή εργοστάσιο υαλουργού, υαλοποιείο …   Dictionary of Greek

  • υαλοποιείο — το, Ν [υαλοποιός] το υαλουργείο …   Dictionary of Greek

  • υαλουργία — η / ὑαλουργία, ΝΜ, και υελουργία Ν [ὑαλουργός] η τέχνη και το έργο τής παρασκευής γυαλιού ή τής κατασκευής γυάλινων ειδών, η υαλοποιία νεοελλ. 1. εργαστήριο ή εργοστάσιο παραγωγής γυαλιού ή γυάλινων αντικειμένων, υαλουργείο 2. αντίστοιχος… …   Dictionary of Greek

  • υαλουργείον — και ὑελουργεῑον, τὸ, Α βλ. υαλουργείο …   Dictionary of Greek

  • υελουργείον — τὸ, Α βλ. υαλουργείο …   Dictionary of Greek

  • Βιρκάλα, Τάπιο — (Tapio Wirkala, Ελσίνκι 1905 – 1985). Φιλανδός ζωγράφος. Συνεργάστηκε με τις τοπικές βιομηχανίες κεραμικής και υαλουργίας και κυρίως με το υαλουργείο της Ιιτάλα που σημείωσε αλματώδη εξέλιξη τα μεταπολεμικά χρόνια χάρη στην προσωπικότητα του… …   Dictionary of Greek

  • υαλοποιείο — το υαλουργείο (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»